Την Κυριακή 02 Φεβρουαρίου, εορτή της Υπαπαντής του Σωτήρος Χριστού, ημέρα προσφοράς στο Θεό, του Τεσσαρακονθήμερου Χριστού, από την Αγία Μητέρα Του, την Παναγία, τιμάται το απόλυτο πρότυπο μητρότητας, η Τέλεια και Αγία Μάνα, η Μάνα όλων των ανθρώπων και μαζί της τιμώνται και όλες οι Ελληνίδες Ορθόδοξες Μητέρες για τους κόπους, τις θυσίες και την ανεκτίμητη προσφορά τους στην οικογένεια και την κοινωνία μας.
Σήμερα, 03 Φεβρουαρίου, στα πλαίσια του Πολιτιστικού Προγράμματος με τίτλο: «Άγιοι, ένας κόσμος αγγελικά πλασμένος», και με αφορμή τον πρόσφατο εορτασμό των Αγίων Τριών Ιεραρχών, οι μαθητές, που μελέτησαν τη ζωή και το έργο τους, διαπίστωσαν ότι το μυστικό της λαμπρότητάς τους ήταν οι Αγίες μητέρες τους, η Εμμέλεια, μητέρα του Μεγάλου Βασιλείου, η Νόννα, του Γρηγορίου και η Ανθούσα του ιερού Χρυσοστόμου. Αυτές τους γέννησαν, τους ανέθρεψαν, τους στήριξαν με τις προσευχές τους, τις συμβουλές τους, το παράδειγμά τους. Στο βίο των Τριών Ιεραρχών δεν βρίσκουμε γέροντες και πνευματικούς οδηγούς. Οι μητέρες τους παραμένουν αιώνια πρότυπα μητέρων μετά την Θεομήτορα για κάθε εποχή. Οι μεγάλοι αυτοί Πατέρες οφείλουν το μεγαλείο τους, μετά τον Θεό, στις μητέρες τους, όπως και τα 9/10 των μεγάλων ανδρών, κατά τον ποιητή Κ. Παλαμά.
Η Αγία Εμμέλεια καταγόταν από γένος ένδοξο και αρχοντικό, αλλά δεν επηρεαζόταν από τα πλούτη και τη λαμπρή καταγωγή. Αγωνιζόταν να ζήσει σύμφωνα με το Ευαγγέλιο και τον Λόγο του Θεού. Όταν ήρθε η ώρα να ανοίξει το σπιτικό της, επέλεξε να παντρευτεί, όχι έναν πλούσιο άνθρωπο, αλλά έναν πιστό Χριστιανό, με ομορφιά ψυχής. Η ευσέβεια, η χριστιανική ζωή και η αρετή του νέου ζεύγους ήταν εμβληματική καθώς και η φιλανθρωπία της Εμμέλειας, την οποία ήθελε να ασκούν όλα τα παιδιά της. Ο Άγιος Βασίλειος ομολογεί ότι γνώρισε το Θεό από τη μητέρα του Εμμέλεια, που είχε κάνει το σπίτι, εκκλησία. Δίδαξε στα παιδιά της Παλαιά και Καινή Διαθήκη. Τους διάβαζε Βίους Αγίων. Τα έμαθε να προσεύχονται και τα στήριξε στην κατά Θεό αφιέρωση, καθώς από τα δέκα της παιδιά, τα πέντε, αγίασαν (Μέγας Βασίλειος, άγιος Γρηγόριος Νύσσης, Άγιος Ναυκράτιος, Οσία Μακρίνα και ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Σεβαστείας).
Η μητέρα του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, η Αγία Νόννα ήταν δάσκαλος της ευσεβείας όλης της οικογένειας. Ο άνδρα της ήταν αιρετικός, αλλά εκείνη με τις προσευχές της και την υπομονή της, όχι, μόνο, επανέφερε το σύζυγό της στο δρόμο της Χριστιανικής Πίστης, αλλά κατάφερε να τον καλλιεργήσει τόσο, ώστε να διακριθεί, ως ένας από τούς πιο λαμπρούς επισκόπους της Εκκλησίας. Μέσα στην οικογένεια επικρατούσε «παροξυσμός αγάπης», που θεωρείται πηγή χαράς και ευτυχίας για ένα σπιτικό. Ο Γρηγόριος από απέραντο θαυμασμό για τη μητέρα του, γράφει: «Ήταν υπόδειγμα αρετής, στολίδι των γυναικών, πολύ καρτερική και ανδρεία γυναίκα. Το πιο αξιοθαύμαστο είναι ότι ποτέ δε λύγισε από τον σωματικό και ψυχικό πόνο. Ποτέ δεν άφησε να βγει κραυγή γοερή από το στόμα της. Μόνο ευχαριστία. Δεν άφησε να κυλήσουν δάκρυα από τα βλέφαρά της που μυστικά είχαν σφραγιστεί. Ήξερε να συγκρατεί το πένθος της, μολονότι συχνά την έβρισκαν πολλές θλίψεις, ακόμα και σε λαμπρές μέρες. Είναι γνώρισμα ψυχής θεοφιλούς να υποτάσσει στα θεία κάθε τι το ανθρώπινο». Και συνεχίζει: «Άλλη φημίζεται για τους κόπους της μέσα στο σπίτι, άλλη για την ομορφιά και τη φρονιμάδα της, άλλη για έργα ευσεβείας και για την περίθαλψη πτωχών. Η Νόννα καλοτυχίζεται για όλα». Ήταν φιλόπτωχος και ελεήμων, το ίδιο και ο σύζυγός της. Ήθελαν πάντοτε το σπίτι τους να είναι απάνεμο λιμάνι. Να βασιλεύει αγία και ειρηνική ατμόσφαιρα. Τους κυβερνούσε το Άγιο Πνεύμα και όχι ο αμαρτωλός κόσμος.
Η μητέρα του Ιωάννου του Χρυσοστόμου η Αγία Ανθούσα διακρίνονταν για πολλές χριστιανικές αρετές, αλλά πιο πολύ άνθιζαν μέσα στην καρδιά της η πίστη και η αγάπη στον αληθινό Θεό. Η Ανθούσα καταγόταν από πλούσια και ευγενή οικογένεια της Αντιόχειας. Αποφάσισε να μείνει χήρα, για να αφιερωθεί στην ανατροφή του γιου της. Μέσα στη μεγάλη τρικυμία της θλίψεως δεν ναυάγησε. Ο Χρυσόστομος ομολογεί στα έργα του ότι η μητέρα του τον έσωσε από τα πάθη του, τον διεφύλαξε από το αισχρό και ειδωλολατρικό περιβάλλον της Αντιοχείας, και τον στήριξε στην κατά Θεό ζωή. Την Ανθούσα θαύμαζε πολύ και ο μεγάλος ρητοροδιδάσκαλος του Ιωάννη, ο Λιβάνιος, ο πιο φανατικός ειδωλολάτρης, λέγοντας εγκωμιαστικά: «Αλήθεια! Τι είδους γυναίκες υπάρχουν μεταξύ των Χριστιανών»! «Τόσο πολύ σπουδαίο πράγμα ήταν η αφοσίωση της μητέρας μου στον νεκρό πατέρα μου και στον γιο της. Γινόταν για μένα η προστατευτική φτερούγα για τη σωτηρία μου», αναφέρει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Η μητέρα του Ανθούσα του ζητεί μια χάρη: «… όταν λοιπόν με παραδώσεις στη γη, τότε πήγαινε όπου θέλεις. Σε ικετεύω μη με παραδώσεις σε δεύτερη χηρεία… Κάμε λοιπόν υπομονή, παιδί μου». Δύο χρόνια μετά, όπως το είχε προείπει στον Ιωάννη, «εκοιμήθη εν Κυρίω» και έτσι, ούτε η μητέρα δεν στερήθηκε τη συντροφιά του γιου της μέχρι της εσχάτης της αναπνοής και ο Ιωάννης ακολούθησε «μετά χαράς» την κλήση του Θεού. Αφού μοίρασε όλη του την περιουσία, αναχώρησε για την έρημο.
Οι μαθητές εντυπωσιάστηκαν με τις ηρωικές και Άγιες μητέρες των Τριών Ιεραρχών, που με τους ευγενείς αγώνες τους, τις θερμές προσευχές τους, τη μεγάλη υπομονή στις πολλές θλίψεις τους, το ενάρετο και Άγιο παράδειγμά τους, αλλά, πρώτα σε συνεργασία με τη Χάρη του Θεού, κατόρθωσαν να αναδειχθούν οι οικογένειές τους πνευματικά εργαστήρια Αγίων. Επιπλέον, έμαθαν για τον θεοπαράδοτο και ιερό ρόλο της μητέρας στην πνευματική και ηθική καλλιέργεια των παιδιών, μέσω της αγάπης, της θυσίας και της ευσέβειας που μεταλαμπαδεύει, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση μεγάλων προσωπικοτήτων

